Book review: Τυφλά ψάρια - Δημήτρης Σίμος

Με τα «Τυφλά ψάρια», τη δεύτερη περιπέτεια του αστυνόμου Καπετάνου, ο Δημήτρης Σίμος αποδεικνύει πως έχει έρθει στα λογοτεχνικά πράγματα για να μείνει.

Το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας εντοπίζεται στα βράχια, κοντά στη θάλασσα. Οι έρευνες για την εξιχνίαση της υπόθεσης ξεκινούν από το εστιατόριο όπου δούλευε, όμως ο Καπετάνος δεν αργεί να συνειδητοποιήσει πως ο θάνατός της είναι μονάχα η κορυφή του παγόβουνου. Η νεκρή αποδεικνύεται πως ήταν χρήστης μιας ιδιαίτερης ναρκωτικής ουσίας, και τότε ο Καπετάνος αναγκάζεται να συνεργαστεί με έναν παλιό του γνώριμο, τον αστυνόμο Τσόρο, που έχει αναλάβει να εξαρθρώσει το κύκλωμα των ναρκωτικών που δρα πλέον και στην Εύβοια και με τον οποίο δεν διατηρούν και τις καλύτερες επαγγελματικές σχέσεις. Τώρα όμως θα πρέπει να αφήσουν τις όποιες διαφορές τους στην άκρη, προκειμένου να λύσουν την υπόθεση.

Όταν ακολουθήσει και μια δεύτερη δολοφονία, ο Καπετάνος και η ομάδα του θα καταλάβουν πως τα χρονικά περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα και πως θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους. Όσο όμως προχωρούν οι έρευνες και νέα στοιχεία έρχονται στο φως, τόσο εκείνος και η ομάδα του μπλέκονται σε σκοτεινά νερά και με ακόμα σκοτεινότερους ανθρώπους, που ο καθένας έχει να προστατέψει τα δικά του μυστικά και συμφέροντα. Το μπλεγμένο κουβάρι της υπόθεσης πλέον περιλαμβάνει ύποπτα μυστικά, περίεργες οικογενειακές σχέσεις, βρόμικες δοσοληψίες, ναρκωτικά, εκβιασμούς, ξεκαθάρισμα λογαριασμών...

            Κι ενώ ο Καπετάνος έχει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και τα προσωπικά του θέματα με τη πρώην γυναίκα του και την κόρη του, αποφασίζει πως μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να πιάσει τα μεγάλα ψάρια του υποκόσμου: να προσπαθήσει να τα τραβήξει στην επιφάνεια με υπομονή και με το ιδανικό δόλωμα, μέχρι εκείνα να χάσουν τον προσανατολισμό τους, να έρθουν στο φως και, τυφλά πια, να πέσουν στα δίχτυα του…

            Στο δεύτερο βιβλίο του, ο Δημήτρης Σίμος βαδίζει στα χνάρια που χάραξε στο πρώτο της σειράς, «Τα Βατράχια», όμως έχει φροντίσει να εξελίξει την υπόθεση, τους χαρακτήρες τους αλλά και τις ιστορίες που τους ακολουθούν. Εδώ η πλοκή είναι πιο περίπλοκη, η δράση περισσότερη και πιο έντονη, το μυστήριο πιο πυκνό, το στοίχημα -για τον ήρωα και τον συγγραφέα- μεγαλύτερο. Γιατί είναι επίσης ολοφάνερη και η εξέλιξη του Σίμου ως συγγραφέα, μιας και το δεύτερο πόνημά του είναι πιο ώριμο και πιο ολοκληρωμένο από κάθε άποψη. Η γραφή είναι πιο δεμένη, σφιχτή, προσεγμένη, χορταστική· πιο σίγουρη για τη δυναμική της και την επίδραση που θα ασκήσει στον αναγνώστη.

            Ο συγγραφέας δεν δημιουργεί απλά τον χαρακτήρα ενός δολοφόνου που διαπράττει το έγκλημα και μετά αποσύρεται στις σκιές, περιμένοντας την αστυνομία να τον συλλάβει. Δεν είναι μόνο μία η υπόθεση που καλείται να εξιχνιάσει η αστυνομία. Αντίθετα, μιλάμε για μικρότερες ιστορίες που εκτυλίσσονται παράλληλα και που η καθεμία έχει το δικό της, ξεχωριστό ενδιαφέρον. Όλες αποκαλύπτουν τα μυστικά τους αρχικά με φειδώ και στη συνέχεια όλο και πιο απλόχερα, σε μια κλιμάκωση που όχι μόνο διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αλλά το αυξάνει όσο προχωρά προς το τέλος.

            Η υπόθεση εκτυλίσσεται με τρεις τρόπους αφήγησης: την πρωτοπρόσωπη από την πλευρά του Καπετάνου, την τριτοπρόσωπη που αφορά την υπόλοιπη δράση και τα αποσπάσματα από το ημερολόγιο της νεκρής, Αλίκης Κακαούτη. Αυτό το έξυπνο συγγραφικό εύρημα όχι μόνο χαρίζει την απαιτούμενη ζωντάνια και πολυμορφία στο κείμενο, αλλά δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να διαβάσει διαφορετικές οπτικές από διαφορετικά άτομα, γραμμένες με το προσωπικό ύφος και τόνο του καθένα, λες και διαβάζει ουσιαστικά τρεις διαφορετικές πηγές που σχετίζονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με την υπόθεση.

Όπως και στο πρώτο βιβλίο, έτσι κι εδώ μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας και της αποδοχής από το αναγνωστικό κοινό οφείλεται στους χαρακτήρες. Καλοφτιαγμένοι, αληθινοί, ρεαλιστικοί, ανθρώπινοι· με τα χαρίσματα και τα κουσούρια τους, τα πάθη και τις αδυναμίες τους, την καθημερινή πάλη με το έγκλημα και το σκληρό πρόσωπο της ζωής, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Προσαρμοσμένοι με επιτυχία στα πρότυπα της ελληνικής κοινωνίας, συμπεριφέρονται, σκέφτονται και μιλάνε με τρόπο προσιτό, καθημερινό, θυμίζοντας ανθρώπους της διπλανής πόρτας, οικείες μορφές με τις οποίες μπορούμε να ταυτιστούμε, να τις κατανοήσουμε, να νιώσουμε κοντά μας. Προσωπικότητες δομημένες με επιμέλεια και φροντίδα, μπορεί να έχουν μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στην πλοκή, όλοι τους όμως αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της, με τον καθένα να δίνει τον δικό του ιδιαίτερο τόνο στις εξελίξεις. Ανάμεσά τους φυσικά ξεχωρίζει ο αστυνόμος Καπετάνος. Πλέον είναι πιο σίγουρος για τον εαυτό του, πιο ώριμος, πιο αποφασισμένος να νικήσει τους προσωπικούς δαίμονές του, πιο κατασταλαγμένος, πιο συνειδητοποιημένος.

Χωρίς να φοβηθεί να καταπιαστεί και πάλι με κοινωνικά θέματα, όπως αυτά των ναρκωτικών, της διαφθοράς, της ομοφυλοφυλίας, της ομοφοβίας, τις σκοτεινές δοσοληψίες με ανθρώπους του υποκόσμου κ.α., ο Δημήτρης Σίμος μάς προσφέρει ένα ατμοσφαιρικό, χορταστικό μυθιστόρημα, που δημιουργεί προσδοκίες για μια ακόμα πιο συναρπαστική συνέχεια.

 

Χρύσα Βασιλείου