Book review: Μικρές κόκκινες καρέκλες - Edna O Brien

Το «Μικρές κόκκινες καρέκλες» της Edna O Brien είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Ένα μέρος της πλοκής του αναφέρεται σε γεγονότα του πολέμου της Βοσνίας.

Το 2012, στην εικοστή επέτειο από την έναρξη της πολιορκίας του Σεράγεβο από τους Σερβοβόσνιους, τοποθετήθηκαν 11.541 κόκκινες καρέκλες κατά μήκος του κεντρικού δρόμου της πόλης – μία για κάθε κάτοικο που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Ανάμεσα σε αυτές, και 643 μικρές παιδικές καρέκλες. Από εκεί πήρε τον τίτλο του το συγκεκριμένο βιβλίο.

Η πλοκή χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο αφορά την άφιξη ενός παράξενου ταξιδιώτη σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας. Ο αποκαλούμενος θεραπευτής δεν αργεί να ενσωματωθεί στην τοπική κοινωνία και να γοητεύσει ειδικά τις γυναίκες· και πιο πολύ απ’ όλες τη Φιντέλμα, που είναι παντρεμένη με έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της και κρυφό της όνειρο είναι να αποκτήσει παιδί. Αυτό που δεν φαντάζεται ούτε εκείνη, ούτε κανείς άλλος στο χωριό, είναι πως ο συγκεκριμένος άντρας είναι φυγάς, καταζητούμενος για εγκλήματα πολέμου στα Βαλκάνια και άκρως επικίνδυνος.

Το δεύτερο μέρος διαπραγματεύεται τη ζωή της Φιντέλμα αφότου όλα έχουν αποκαλυφθεί και η ίδια, μην μπορώντας να αντέξει την ντροπή αλλά και τον εαυτό της, καταφεύγει στο Λονδίνο. Εκεί περιπλανιέται ψάχνοντας δουλειά, αλλά και να ξαναβρεί αυτό που κάποτε ήταν, προτού η απρόσμενη εμφάνιση του ξένου στη ζωή της καταστρέψει όλα όσα ήταν ο κόσμος της έως τότε. Τίποτα δεν είναι εύκολο για εκείνη. Εκτός από το προσωπικό της δράμα, έρχεται σε επαφή και με εκείνα πολλών άλλων ανθρώπων, κυρίως προσφύγων από διάφορες χώρες του κόσμου, που με τη σειρά τους ψάχνουν λίγη γαλήνη και μια καλύτερη ζωή.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, η Φιντέλμα αποφασίζει να αντιμετωπίσει ξανά τον άλλοτε εραστή της και να τον φέρει αντιμέτωπο με τις κοινές τους αναμνήσεις, ψάχνοντας ίσως μια σπίθα μεταμέλειας ή ανθρωπιάς εκ μέρους του. Αποφασισμένη να κλείσει επιτέλους τις πληγές του παρελθόντος, και με τη βοήθεια του χρόνου που περνάει, η Φιντέλμα αποδέχεται ό,τι δεν μπορεί να αλλάξει και ατενίζει το μέλλον με, αν όχι αισιοδοξία, τουλάχιστον περισσότερη δύναμη κι εγκαρτέρηση. Όσα πέρασε της έδωσαν μαθήματα ζωής που δεν είναι διατεθειμένη να ξεχάσει.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι αρκετά συγκεχυμένο και η πλοκή κυλάει μεν γοργά, αλλά χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπάρχει ένα αίσθημα προσμονής για κάτι, όχι όμως ιδιαίτερη περιέργεια, ούτε νεύρο. Το δεύτερο μέρος είναι σαφώς πιο ζωντανό, πιο περιγραφικό και ολοκληρωμένο, ενώ το τρίτο λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο ως κάθαρση, δίνοντας την ευκαιρία σε ορισμένα ανοιχτά θέματα από τα δύο προηγούμενα να λυθούν και να κλείσουν οριστικά.

Το βιβλίο σε παρασύρει στην πλοκή του, σε προβληματίζει, σε σοκάρει με τις αναφορές του στον πόλεμο της Βοσνίας, αλλά και με τις προσωπικές ιστορίες όλων αυτών που εγκατέλειψαν τον τόπο τους αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Η O’ Brien έχει δημιουργήσει μια ιστορία γεμάτη ανθρωπιά, που τη σκιάζει η απανθρωπιά του πολέμου. Ένας καταζητούμενος εγκληματίας, που αφαίρεσε ανενδοίαστα χιλιάδες ζωές, καταστρέφει μερικές ακόμα. Σκορπίζει τη δυστυχία απ’ όπου περνάει. Τώρα, χρόνια μετά τον πόλεμο, είναι η ώρα να καταχραστεί την εμπιστοσύνη των κατοίκων του μικρού χωριού, που τον καλωσόρισαν και τον δέχτηκαν ανάμεσά τους. Και ιδιαίτερα μιας συγκεκριμένης γυναίκας που βίωσε τη δική της φρίκη εξαιτίας του και στιγματίστηκε για το υπόλοιπο της ζωής της, μιας και ποτέ πια δεν θα ήταν η ίδια με πριν.

Το βιβλίο βρίθει αντιθέσεων. Από τη μία αποτυπώνονται στις σελίδες του οι φρικαλεότητες του πολέμου, όχι μόνο στη Βοσνία, αλλά σε κάθε άκρη της γης· κάθε είδους διαμάχη που οδηγεί χιλιάδες ανθρώπους στο να χάσουν τη ζωή τους ή να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, διεκδικώντας ένα καλύτερο αύριο. Τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι αυτοί απλά περιπλανιούνται από τόπο σε τόπο, νιώθοντας πάντα ξένοι και κουβαλώντας στην καρδιά πίκρα και νοσταλγία για τις πατρίδες και τους ανθρώπους τους που έμειναν πίσω. Από την άλλη, όμως, κυριαρχούν και εικόνες που γεννούν μια γλυκιά αίσθηση στον αναγνώστη. Εικόνες ανθρωπιάς, ατόμων πρόθυμων να βοηθήσουν, να μοιραστούν τη στέγη, το φαγητό, τον χρόνο ή τις εμπειρίες τους με εκείνους που το χρειάζονται.

Μια ακόμα αντίθεση, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος, αφορά το περιβάλλον όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Από την ήρεμη και γεμάτη θαλπωρή ατμόσφαιρα του μικρού χωριού, όπου ο ένας γνωρίζει τα πάντα για τον άλλο και όλοι μοιάζουν ενωμένοι σαν μια γροθιά, η δράση μεταφέρεται στο Λονδίνο· μια αχανής μεγαλούπολη, γκρίζα κι αφιλόξενη, ένα συνονθύλευμα εθνικοτήτων που ψάχνουν μια ευκαιρία κι ένας κόσμος που διαχωρίζει σαφώς τους έχοντες από τους μη έχοντες. Η άρτια γραφή, η καλοδουλεμένη πλοκή και ο στιβαρός μα ταυτόχρονα γλαφυρός τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας περιγράφει το κάθε γεγονός και τον κάθε ήρωα, μεταδίδουν στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη εικόνα της ιστορίας, αφήνοντάς τον να σχηματίσει νοερά στο μυαλό του όσα συνέβησαν, να σχηματίσει άποψη και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Οι «Μικρές κόκκινες καρέκλες» είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο συναισθήματα, που ποικίλλουν από την αγάπη, την αποδοχή και τη μετάνοια μέχρι την απελπισία και την απόγνωση. Όμως, αυτό που κυριαρχεί τελικά, είναι η ελπίδα. Για ένα καλύτερο αύριο, όπου οι κακοί τιμωρούνται για τις πράξεις τους κι όλοι οι υπόλοιποι έχουν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή και την ευτυχία.

 

Χρύσα Βασιλείου